ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑ ΣΤΟ ΧΑΛΑΝΔΡΙ

Αρχιτεκτονική μελέτη: FOUNTISarchitects
Φωτογράφηση: Σταύρος Μαρμαράς

Επίβλεψη Εφαρμογής Μελετών: FOUNTISarchitects

 

 

 

Το κτίριο κατοικιών στο Χαλάνδρι αποτελεί μια μελέτη σύγχρονης αστικής κατοίκησης, όπου η σαφήνεια της αρχιτεκτονικής σύνθεσης συνδυάζεται με την ανάγκη για λειτουργικότητα, ιδιωτικότητα και βέλτιστη αξιοποίηση ενός οικοπέδου περιορισμένων διαστάσεων. Το πρόγραμμα περιλαμβάνει τρεις ανεξάρτητες μεζονέτες, με την ανάπτυξη του κτιρίου να συμπληρώνεται από πυλωτή και υπόγειο επίπεδο βοηθητικών χρήσεων.

Η περιορισμένη επιφάνεια του οικοπέδου αποτέλεσε καθοριστική παράμετρο του σχεδιασμού. Η οργάνωση των επιμέρους χρήσεων, των κινήσεων και των υπαίθριων χώρων μελετήθηκε με ακρίβεια, ώστε κάθε κατοικία να αποκτά σαφή χωρική ταυτότητα και υψηλό επίπεδο αυτονομίας, χωρίς περιττές ή ανεκμετάλλευτες επιφάνειες. Η κατακόρυφη ανάπτυξη του κτιρίου αξιοποιείται με τρόπο που επιτρέπει τη δημιουργία γενναιόδωρων χώρων κατοίκησης και εκτεταμένων εξωστών, διατηρώντας παράλληλα την ανεξαρτησία μεταξύ των επιμέρους ιδιοκτησιών.

Η μορφολογία του κτιρίου βασίζεται σε καθαρούς γεωμετρικούς όγκους και έντονα περιμετρικά πλαίσια, τα οποία οργανώνουν την όψη και αποτελούν το βασικό στοιχείο της αρχιτεκτονικής του ταυτότητας. Τα λευκά frames περιβάλλουν τους εξώστες και τις επιμέρους στάθμες, δημιουργώντας μια σαφή ανάγνωση των διαφορετικών επιπέδων και λειτουργώντας ταυτόχρονα ως όρια ανάμεσα στις κατοικίες. Η εναλλαγή πλήρους και κενού, οι εσοχές και οι προβολές δημιουργούν βάθος στην πρόσοψη και διαφοροποιούν την εικόνα του κτιρίου ανάλογα με τη θέση του παρατηρητή και την πορεία του φυσικού φωτός κατά τη διάρκεια της ημέρας.

Προς τις κύριες όψεις, οι μεγάλες γυάλινες επιφάνειες και τα διαφανή στηθαία ενισχύουν την οπτική συνέχεια μεταξύ εσωτερικού και εξωτερικού χώρου, επιτρέποντας στο φυσικό φως να εισχωρεί βαθιά στις κατοικίες. Η διαφάνεια, ωστόσο, δεν αντιμετωπίζεται εις βάρος της ιδιωτικότητας. Ο προσανατολισμός των ανοιγμάτων, το βάθος των εξωστών, οι πρόβολοι και τα κατακόρυφα στοιχεία σκίασης έχουν μελετηθεί ώστε να ελέγχουν τις οπτικές φυγές και την άμεση ηλιακή ακτινοβολία.

Ιδιαίτερη βαρύτητα δόθηκε στον βιοκλιματικό έλεγχο των όψεων. Τα μεγάλα περιμετρικά πλαίσια και οι οριζόντιες προεξοχές λειτουργούν ως σταθερά συστήματα σκίασης, περιορίζοντας την ανεπιθύμητη ηλιακή επιβάρυνση κατά τους θερινούς μήνες. Παράλληλα, οι κατακόρυφες περσίδες δημιουργούν ένα δεύτερο, περισσότερο διάτρητο φίλτρο μεταξύ κατοικίας και αστικού περιβάλλοντος. Η πυκνότητα και η γεωμετρία τους επιτρέπουν τη διέλευση του φωτός και του αέρα, ενώ ταυτόχρονα προστατεύουν επιλεγμένες ζώνες από άμεσες οπτικές επαφές.

Η υλικότητα παραμένει σκόπιμα περιορισμένη και συνεπής με τη λιτή μορφολογική γλώσσα του έργου. Λευκές επιχρισμένες επιφάνειες, σκούρα μεταλλικά στοιχεία, γυαλί και σκουρόχρωμες ξύλινες λεπτομέρειες συγκροτούν μια ελεγχόμενη παλέτα υλικών. Η έντονη αντίθεση ανάμεσα στα φωτεινά εξωτερικά πλαίσια και στα σκοτεινότερα εσωτερικά επίπεδα των όψεων ενισχύει την αίσθηση βάθους, ενώ τα ξύλινα στοιχεία και οι περσίδες εισάγουν μια πιο θερμή υφή στη σύνθεση και εξισορροπούν τον αυστηρό γεωμετρικό χαρακτήρα.

Το τελικό αποτέλεσμα είναι ένα κτίριο με σαφή, λιτή και αναγνωρίσιμη αρχιτεκτονική ταυτότητα, στο οποίο κάθε στοιχείο προκύπτει από συγκεκριμένη λειτουργική ή περιβαλλοντική ανάγκη. Η σύνθεση αποφεύγει την περιττή διακόσμηση και βασίζεται στις αναλογίες, στη γεωμετρία, στο φως και στη σκιά. Μέσα από αυτή τη λογική, το κτίριο επιχειρεί να συνδυάσει την πυκνότητα της σύγχρονης αστικής κατοίκησης με την ποιότητα ζωής μιας ιδιωτικής κατοικίας, προσφέροντας στις τρεις μεζονέτες φως, ιδιωτικότητα, προστατευμένους εξωτερικούς χώρους και μια άμεση σχέση με το αστικό περιβάλλον, μέσα από μια αρχιτεκτονική διαχρονική και απαλλαγμένη από περιττές μορφολογικές χειρονομίες.